βιολογία


βιολογία
[виологиа] ουσ. θ. биология.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βιολογία" в других словарях:

  • βιολογία — Επιστήμη που ερευνά τους γενικούς νόμους που διέπουν τη ζωή. Ο όρος χρησιμοποιείται άλλοτε με την έννοια της επιστήμης που ερευνά τις σχέσεις μεταξύ των ζωντανών οργανισμών και του περιβάλλοντός τους και άλλοτε με την έννοια της επιστήμης που… …   Dictionary of Greek

  • βιολογία — η η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο μελέτης την αρχή, την εξέλιξη, τη λειτουργία, την αύξηση, την αναπαραγωγή και την εξάπλωση των ζωντανών οργανισμών: Η επιστήμη της βιολογίας έχει εξελιχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κυτταρική βιολογία — Επιστήμη που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και τις λειτουργίες των κυττάρων και των κυτταρικών συστατικών. Τα κύτταρα ανακαλύφθηκαν στα μέσα του 17ου αι. από τον Χουκ, μετά την ανακάλυψη του μικροσκοπίου. Με τη συνεχή βελτίωση των τελευταίων, όλο …   Dictionary of Greek

  • αφηρημένες επιστήμες — Οι επιστήμες που δεν ασχολούνται με την παρατήρηση και περιγραφή ενός φαινομένου, αλλά έχουν τη δυνατότητα να εξετάζουν τους γενικότερους κανόνες που διέπουν διάφορα φαινόμενα. Κατά τη διάρκεια της χρονικής και ποιοτικής εξέλιξης των επιστημών,… …   Dictionary of Greek

  • Γκίλμπερτ, Γουόλτερ — (Walter Gilbert, Βοστόνη 1932 –). Αμερικανός φυσικοχημικός. Σπούδασε φυσική και χημεία στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και συνέχισε στο ίδιο πανεπιστήμιο τις μεταπτυχιακές σπουδές του. Αργότερα μεταπήδησε στο Κέιμπριτζ, όπου πραγματοποίησε και τη… …   Dictionary of Greek

  • Κοντ, Ογκίστ — (August Comte, Μονπελιέ 1798 – Παρίσι 1857). Γάλλος θετικιστής φιλόσοφος, εισηγητής της επιστήμης της κοινωνιολογίας. Ολοκλήρωσε τις πρώτες σπουδές του στο Μονπελιέ και το 1814 φοίτησε στην πολυτεχνική σχολή του Παρισιού. Ωστόσο, μετά τη μάχη στο …   Dictionary of Greek

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • βιολογικός — ή, ό (Μ βιολογικός, ή, όν) νεοελλ. 1. ο σχετικός με τη βιολογία 2. φρ. α) «βιολογικό όπλο» όπλο που χρησιμοποιεί ζωντανούς οργανισμούς (έντομα, μικρόβια) ώστε να προκαλέσει ασθένειες ή το θάνατο σε ανθρώπους, ζώα, φυτά β) «βιολογικός πόλεμος»… …   Dictionary of Greek

  • ζωή — Παρότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ζ. αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζητήσεων, μπορούμε να δεχτούμε τον ορισμό ότι: ζωντανό είναι το ον εκείνο που, εξατομικευμένο στο περιβάλλον για έναν καθορισμένο χρόνο, έχει την ικανότητα να διατρέφεται, να… …   Dictionary of Greek

  • κυτταρολογία — Βλ. λ. κυτταρική βιολογία. * * * η βιολ. η κυτταρική βιολογία (βλ. κυτταρικός). [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ελληνογενους ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. cytologie < cyto (βλ. κυτταρο ) + logie < μσν. αγγλ. logie < αρχ. γαλλ. logie < λατ. logia… …   Dictionary of Greek